Και τι είναι ο θάνατος; Ένα αβγό μελάτο είναι

Ο Νίκος Καββαδίας είναι ένας Φάρος που εκπέμπει τα σήματα του χρόνια πολλά μετά τον θάνατο του.

Ο Νίκος Καββαδίας δημιούργησε σχολή. Ο τρόπος που γράφει, τα θέματα, οι χαρακτήρες του, η γλώσσα και οι εκφράσεις του ενέπνευσαν αρκετούς για να γράψουν και να επεκτείνουν τις ιστορίες του, στο δικό του στυλ.

Διαβάζοντας το διήγημα της Πέμπτης: «Ο φίλος μου ο Μαραμπού» του Στρατή Τσίρκα από το περιοδικό Κατιούσα:

Αυτό που έδειχνε ήταν πάλι μια γοργόνα. Μου πιάνει το μπράτσο, καλοκαίρι, κυκλοφορούσα με κοντομάνικο.

– Κάνε στον κύριο ένα στο δεξί του, μόνο πρόσεχε μη τον πονέσεις!

Και σε μένα:

– Θα κάνω κι εγώ ακόμη ένα στο άλλο χέρι, να ενώσουμε τα αίματά μας, να γίνουμε αδελφοποιτοί.

Τότε είναι που πετάχτηκαν οι πόρνες απ’ τα καμαράκια τους να δούνε ποιον σφάζουνε, άνθρωπο ή σκυλί. Τον έβρισα πρόστυχα

θυμήθηκα αρκετά που διάβασα και φύλαξα, και τώρα με ευκαιρία το διήγημα του Τσίρκα που μας πρόσφερε η Κατιούσα, τα αφήνω εδώ.

Η Γοργόνα

Ένα δείγμα είναι αυτό εδώ: Μια φανταστική νυχτερινή κουβέντα στην καμπίνα του ασυρματιστή με τον Νίκο Καββαδία από τον/την “Στεριανή Ζάλη / Τζόβενο” που γράφει από Harbin της Manchuria! Το διαμαντάκι αυτό το βρήκα σε αυτή την ανάρτηση: Αφιέρωμα στον “ιδανικό κι ανάξιο εραστή” Νίκο Καββαδία στο nautilia.gr

Για το θάνατο τι σκέφτεσαι Νίκο?

– Ω, το μόνο πράγμα που δε με ενδιαφέρει καθόλου. Ενα αυγό μελάτο!…

Ο Σεφέρης έχω ακούσει, ήταν φίλος σου.

– Ηταν δικός μου, μα δεν ξερω αν ήμουν κι εγώ δικός του. Τον εξενεύριζα συχνά. Δεν είχε πολλά πάρε-δώσε με τον κόσμο. Μια μέρα, στη Βηρυττό που ήταν πρεσβευτής και εγώ είχα ξεμπαρκάρει, θα πήγαινε στην εκκλησία για κάποια από τις εθνικές μας γιορτές. “Ασε με να σε πάω εγώ”, του λέω. Και τον πήγα από ένα δρόμο που ήταν πήχτρα οι ελληνικές σημαίες απο ΅δω και από ΅κει. “Εδώ είναι Ελλάδα” μου λεει, “δεν τον ήξερα αυτο το δρόμο!”. “Εδώ είναι τα ελληνικά μπορντέλα”, του λέω…Θύμωσε: “Κύριε”, μου λέει, “ή εσείς θα κατεβείτε απΆ το αμάξι, ή εγώ”. Κατέβηκα.

Το Φανάρι

Άλλο ένα διαμαντάκι, που βασίζεται στα γραπτά του, είναι αυτό εδώ: στην φανταστική συνέντευξη που του “πήρε” η Ευαγγελία Στάμου.

… Από τη μια άκρη ως την άλλη, σ` ένα τεντωμένο σκοινάκι, κρεμόταν ένα σώβρακο κακοπλυμένο, μια φανέλλα κι ένα ζευγάρι κάλτσες.

Η Γοργόνα “κτυπημένη” στο μπράτσο του

Και φυσικά αυτό:

Ήταν ο Καββαδίας που ευθυτενής και νηφάλιος υποβάσταζε με κόπο μεγάλο τον εύσωμο Γουίλι, ο οποίος υπό το κράτος του μεθυσιού (ή του χασισιού) ίσα που κατάφερνε να σταθεί όρθιος. Ο Κόλιας έσυρε τον φίλο του προς το κοντινότερο τραπέζι, τον απόθεσε σαν τσουβάλι σε μια καρέκλα κι έπειτα πήγε στο τζουκ-μποξ κι έβαλε τη «Συννεφιασμένη Κυριακή». Με τους πρώτους ήχους του άσματος, ο ναύτης ως εκ θαύματος ζωντάνεψε. Σηκώθηκε όρθιος κι ακολουθώντας τον Καββαδία που άρχισε να φέρνει τις βόλτες του ανάμεσα στα τραπέζια, επιδόθηκε σε κάτι ξεγυρισμένες ζεϊμπεκιές.

Μόλις βγήκαμε από το «Μιραμάρ» όπου ο Γουίλι ψηνόταν από τον πυρετό, ρώτησε τον Καββαδίαπού πάμε. Δεν μου απάντησε κι εγώ δεν επέμεινα επειδή του είχα απόλυτη εμπιστοσύνη. Η σκέψηπως μπορούσε να έχει άλλη μία φαεινή ιδέα, παρόμοια μ’ εκείνη της επίσκεψης στον Χεμινγουέη, μεαπέτρεψε από το να επιστρέψω στο μπαρ για να σταθώ στο προσκέφαλο του μαύρου ναύτη.Ξαφνιάστηκα, όμως, όταν σταμάτησε σε μια σκοτεινή αυλή και μπήκε στο εσωτερικό της,καλώντας με να τον ακολουθήσω. Στο βάθος της υπήρχε ένα κακοφωτισμένο δωμάτιο που αντί γιαπόρτα είχε ένα παραβάν από ύφασμα. Η πρόσοψή του φωτιζόταν με ένα αναιμικό λαμπιόνι κι ηταμπέλα απ’ έξω έγραφε «Κουρείο».Μπουκάραμε στο μαγαζί, κι εγώ αναρωτιόμουν τι είχε ο φίλος μου στο μυαλό. Όταν εμφανίστηκεένας ηλικιωμένος Κινέζος με άσπρη ποδιά, ο Καββαδίας έπιασε ένα παλιό βιβλίο από το ράφι στοντοίχο και το ξεφύλλισε.
Σταμάτησε σε μια σελίδα και παράγγειλε στον καλλιτέχνη
ένα σχέδιο που παρίστανε μια γοργόνα. «Κάνε στον κύριο αυτό», είπε.
«Μόνο τα βυζιά της να είναι μικρά, δεν του αρέσουν τα μεγάλα!».

«Φοβάσαι το θάνατο, ε;»
τον άκουσα να με επιπλήττει. «Και τι είναι ο θάνατος; Ένα αβγό μελάτο είναι!».

Είναι φυσικά το αριστούργημα του Φίλιππου Φιλίππου “Ο ΓΟΥΙΛΙ Ο ΝΑΥΤΗΣ” που το δημοσίευσε μια μέρα σαν και σήμερα πριν 20 ακριβώς χρόνια στα NEA. Στα πλαίσια μιας εξαιρετικής ιδέας τους να βάλουν συγγραφείς να μιμούνται συγγραφείς.

Το διήγημα έχει χαθεί από προσώπου γης και αναλαμβάνω τώρα, μαζί και τις ποινικές ευθύνες για τα γαμημένα copyrights, να το δημοσιεύσω από τα αρχεία μου, τότε που διάβαζα ηλεκτρονικά TA NEA και κρατούσα κάθε δέκατο τουλάχιστον άρθρο.

ΑΧΠ

——

ΥΓ. Στην ίδια σειρά των ΝΕΩΝ διάβασα επίσης την “ΒΙΚΤΩΡΙΑ” του Θανάση Βαλτινού και “ΤΟ ΨΥΓΕΙΟ” του Βασίλη Τσιαμπούση και είναι και τα δύο εξαιρετικά επίσης…

About ΑΧΠ

\|/ Endika Mesa (islaind at yahoo.co.uk) ex livantes \|/
This entry was posted in Θαμμένη Ιστορία, Λογοτεχνία, Χιούμορ / Σάτιρα and tagged , , , , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s